да умножится (2), умножения (1), когда умножились (1), умножалось (1), умножался (1), умножались (1), распространялось (1), да умножатся (1), обилие (1), размножая (1), размножу (1).
multiplying, multiplied, number, multiply, abound
numbers, multiply, *, greatly in number, the multiplication, be multiplied, grew, in abundance, were increasing in number
multiplied, increase, multiply, MULTIPLY, fullest, measure, increasing, increased, SURELY
ἐπλήθυνα, ἐπληθύνατε, ἐπλήθυνεν, ἐπληθύνετο, ἐπληθύνθη, Ἐπληθύνθησαν, ἐπληθύνθησαν, πεπληθυμμένη, πεπλήθυνται, πληθύναι, πληθῦναι, πληθύνατε, πληθυνεῖ, πληθύνεσθε, πληθυνέσθωσαν, πληθύνῃ, πληθυνθείη, πληθυνθείησαν, πληθυνθέντος, πληθυνθέντων, πληθυνθῇ, πληθυνθῆναι, πληθυνθήσονται, πληθυνθῆτε, πληθυνόντων, πληθύνου, πληθυνῶ, Πληθύνων, πληθύνων