Морфология
Глагол
Значение слова καταλείπω
Оставлять, покидать, бросать, сберегать, сохранять, соблюдать.
Глагол
Оставлять, покидать, бросать, сберегать, сохранять, соблюдать.
оставив (9), оставит (5), оставил (2), оставила (1), остался (1), оставлена (1), Феликс оставил (1), оставленный (1), Я соблюл (1), остаться (1), я оставил (1), еще остается (1).
left, forsaken, forsook, doth, shall, was, I, reserved, leaving, leave
[Paul] parted ways with, left, leaves, passing south of it, to be left, He left, has left, leaving, Leaving, I have reserved, They have left, he pulled free, still stands, to neglect, [and] left, was left, will leave, leave, [Moses] left
behind, left, leaves, forsaking, remains, free, LEAVE, KEPT, pulled, leaving, leave, neglect
καταλείπει, καταλειπομένης, καταλειφθέντες, καταλειφθῇ, καταλειφθῆναι, καταλειφθήσεσθε, καταλειφθῶσιν, καταλείψαντας, καταλείψει, καταλείψεις, καταλείψω, Καταλείψω, καταλελειμμένα, καταλελειμμένοι, καταλελειμμένος, καταλέλειπται, καταλελοιπότες, καταλιπεῖν, καταλίπῃ, καταλιπόντες, καταλιπὼν, κατελείφθη, κατέλιπεν, κατέλιπες, κατελίπομεν, Κατέλιπον, κατέλιπον, κατελίποσαν